ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ

Ο Θεοδόσης Πιερίδης πέθανε σαν σήμερα, 23 Ιανουαρίου το 1968, ήταν Κύπριος κομμουνιστής ποιητής που με το έργο του σημάδεψε τη κυπριακή λογοτεχνία όσο λίγοι ποιητές. Τα βιώματα της ζωής του για τους μεγάλους αγώνες της Ελλάδας και της Κύπρου ενάντια στον φασισμό και τον ιμπεριαλισμό μαζί με το μεγαλό όνειρο του σοσιαλισμού και της κοινωνικής δικαιοσύνης υπήρξαν οι σημαντικότερες πηγές έμπνευσης

Ο Πιερίδης έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του μακριά από την πατρίδα του, την Κύπρο. Παιδί μεταναστών μεγάλωσε στην Αίγυπτο και σπούδασε στη Γαλλία, ποτέ τους όμως δεν έχασε την επαφή του και την αγάπη του για την Κύπρο. Το κορυφαίο του έργο «Κυπριακή Συμφωνία», είναι ίσως οι πιο χαρακτηριστικοί στίχοι για την Κύπρο μας, ενώ το «χίλια χρόνια αν περάσουμε, δε πεθαίνουμε σκλάβοι» απαντά σε όλους εκείνους που «λογάριασαν» για τη Κύπρο χωρίς τους Κυπρίους, για τους ιμπεριαλιστές «εμπόρους» που ήθελαν να διχάσουν την Κύπρο.

 

Γιατί εσείς είστε ξένοι κι όσα βάγια αν κρατάτε

τούτη η γη δεν πουλιέται δεν της γίνεστε φίλοι

η πατρίδα είναι μάνα έχει μνήμη θυμάται

απ’ τον άγιο της κόρφο ποια βυζάξανε χείλη

κι η γλυκιά μας η Κύπρος ήταν είναι θα μένει

για τα τέκνα της μάνα μα για σας πάντα ξένη

 


«Τούτη η δίψα δε σβήνει, τούτη η μάχη δε παύει, χίλια χρόνια κι αν περάσουν, δε πεθαίνουμε σκλάβοι». Ο στίχος αυτός βρίσκεται καθημερινά στο εξώφυλλο της εφημερίδας «Χαραυγή» ενώ ολόκληρη η «Κυπριακή Συμφωνία» αποτελεί την προμετωπίδα του αγώνα όλων των Κυπρίων διαχρονικά για μια πατρίδα λεύτερη και για μια δικαιότερη κοινωνία. Δυστυχώς σήμερα αρκετοί είναι εκείνοι που διαβάζουν τους στίχους της «Κυπριακής Συμφωνίας» αγνοώντας το τι λέει ο Πιερίδης, το πότε γράφτηκαν αλλά και τον ίδιο τον ποιητή και το πολιτικό του υπόβαθρο.

Το έργο του Θεοδόση Πιερίδη ήταν πάντοτε άμεσα συνυφασμένο με τους μεγάλους αγώνας της Κύπρου, της Ελλάδας αλλά και το διεθνές κομμουνιστικού κινήματος. Χαρακτηριστικό αποτελεί η ποιητική συλλογή «Ύμνος στην Αθήνα του Δεκέμβρη» που εκφράζεται η πίκρα του ποιητή για την ήττα του ΔΣΕ στον ελληνικό εμφύλιο.

«Εδώ δε σβήστη της Κομμούνας η φωτιά

λίγο τη στάχτη αν σκάψεις θα την έβρεις.

Εκεί λίγο αν τεντώσεις τη ματιά

θα δεις πως δεν επέθανε ο Δεκέμβρης.

 

Εδώ και κει στον ίδιο το βοριά

στρέφει τη ψυχή τ’ανθρώπου μεθυσμένη.

Εκεί και δω τη λένε Λευτεριά

την πρώτη και στερνή τους ερωμένη…»

 

 

 

 

Στην ποιητική συλλογή του Πιερίδη «Πρωτομαγιά» ο ποιητής γράφει για την εργατιά και τους αγώνες για τη κοινωνική δικαιοσύνη και το σοσιαλισμό.

 

«Χτίζω νοσοκομεία, θέατρα, σχολεία,

φράγματα, εργοστάσια, σπίτια ανάπαυσης,

και χτίζω ομορφιά – χτίζω τα τραγούδια των ανθρώπων

χτίζω τους ανθρώπους που τραγουδούνε

χτίζω την ψυχή των ανθρώπων για να μην τρέμει

της δίνω ψωμί για να τραφεί, δροσιές για ν’ ανθίσει,

της δίνω μπόι, της δίνω δύναμη,

της δίνω χαρά για να χαρεί

ευτυχία για να ευτυχήσει.»

Ο ποιητής στη μέση με το μπαστούνι, τιμώμενος στα 40 χρόνια του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ, το 1966


Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα
Ο Θεοδόσης Πιερίδης, γιος του Φίλιππου και της Μαρίτσας και αδερφός του λογοτέχνη Γιώργου Πιερίδη, γεννήθηκε στο Τσέρι της Κύπρου, μοίρασε όμως τα παιδικά του χρόνια ανάμεσα στην Κύπρο και το Κάιρο, όπου ήταν εγκατεστημένη η οικογένειά του.

 

Αποφοίτησε από το εμπορικό τμήμα της Αμπέτειου Σχολής του Καΐρου και από το Γαλλικό Λύκειο της ίδιας πόλης. Το 1936 παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Κουτσουμπού από το Κάιρο, με καταγωγή από τη Σμύρνη. Σπούδασε γαλλική φιλολογία και ιστορία πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στη Γαλλία (1949-1952).

 

Μετά την επιστροφή του στην Αίγυπτο εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος και ως δημοσιογράφος. Ανέλαβε αντιφασιστική δράση, ως ιδρυτικό μέλος της Διεθνούς Ειρηνιστικής Ένωσης και μετά την είσοδο του Ρόμμελ στην Αίγυπτο κατέφυγε στην Παλαιστίνη. Επέστρεψε το 1942 μετά τη μάχη του Ελ Αλαμέιν και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια.

 

Ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου (Ε.Α.Σ.) το 1943, εκδότης και αρχισυντάκτης του αγωνιστικού περιεχομένου και οργάνου του Ε.Α.Σ. περιοδικού Έλλην και διευθυντής του εκδοτικού οίκου Ορίζοντες (1944-1947), συνελήφθη το 1944 από της αγγλικές αρχές και φυλακίστηκε, καθώς υποστήριζε το αίτημα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων Μέσης Ανατολής για σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας Από το 1947 ως το 1949 έζησε στην Αμμόχωστο, λόγω απαγόρευσης της επιστροφής του από το καθεστώς Φαρούκ.

 

Μεγάλο μέρος της υπόλοιπης ζωής του έζησε στο Παρίσι (1949-1952) και τις χώρες του σοσιαλισμού, κυρίως στη Ρουμανία ως πολιτικός πρόσφυγας (1952-1962), από όπου συνέχισε την αγωνιστική του δράση. Στην Κύπρο επέστρεψε το 1962, μετά την απελευθέρωση του νησιού από την αγγλική κυριαρχία, εργάστηκε ως καθηγητής γαλλικών στην Παγκύπρια Ακαδημία Θηλέων, ενώ συνεργάστηκε με έντυπα όπως η Χαραυγή και η Νέα Εποχή. Το Μάη του 1965 πήρε μέρος στη Διεθνή Συνάντηση Συγγραφέων, που έγινε στην Ανατολική Γερμανία (Βερολίνο, Βαϊμάρη).

 

Μετά το θάνατο της συζύγου του (1966) η υγεία του κλονίστηκε. Πέθανε στο Βουκουρέστι, κατά τη διάρκεια αναρρωτικού ταξιδιού και ενταφιάστηκε στη Λευκωσία. Στην κηδεία του παρέστησαν αντιπρόσωπος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρουμανίας και ΑΚΕΛ. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1930 από τις σελίδες του περιοδικού Πρωτοπορία της Αλεξάνδρειας με τη δημοσίευση του ποιήματος Εμβατήριο του παλιού ποιητή.

 

Το σύνολο του έργου του περιλαμβάνει δεκαεννέα ποιητικές συλλογές, μεταφράσεις και μια μελέτη για το νησί του και τον τοποθετεί ανάμεσα στους σημαντικότερους λογοτέχνες της Κύπρου και δίπλα στο λογοτέχνη και συναγωνιστή του Τεύκρο Ανθία.