Ναζίμ Χικμέτ

«Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς

πως θα γενούνε τα σκοτάδια  λάμψη»

 

“Τη στιγμή που αλλάζεις τις λέξεις ποίηση και τέχνη με την πολιτική στο Ναζίμ, το αποτέλεσμα είναι το κάθε αφιέρωμα να συμπίπτει με ένα κάλεσμα για αγώνα. Είναι η ανάγκη. Ανάγκη για αυτούς που λένε τα αυριανά τραγούδια.

Κάθε στιγμή που ακούτε αυτή την ανάγκη, κάθε φορά που σκέφτεστε τον Ναζίμ να θυμάστε και κάτι άλλο. Ποιο ήταν το, σε όλους γνωστό επίπεδο που είχε ανυψωθεί; Ποιο ήταν για αυτό το υψηλότερο επίπεδο;

Ναι : «Ο αγαπημένος σας είναι Κομμουνιστής!

 

Η ζωή του

Ο Ναζίμ Χικμέτ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 15 Γενάρη 1902 και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του ήταν υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών και η μητέρα του ήταν καλλιτέχνης. Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε σε ηλικία 17 ετών. Μπήκε στη Σχολή Ναυτικού Πολέμου, αλλά κατά τη διάρκεια της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους Αγγλογάλλους μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έφυγε για να διδάξει στην πόλη Μπολού της κεντρικής Τουρκίας.

Εκεί έμαθε για την επαναστατημένη Ρωσία. Μετά από ένα σύντομο γάμο, αποφάσισε να ταξιδέψει προς τα εκεί. Έφτασε στην πρώτη πατρίδα των εργατών και άρχισε να φοιτά στο Πανεπιστήμιο στη Μόσχα όπου γνωρίζεται με ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Το 1924 επιστρέφει στην Τουρκία, όμως σύντομα συλλαμβάνεται επειδή εργαζόταν σε περιοδικό του ΚΚΤ.

Ήδη από το 1923 ήταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος(Μπολσεβίκοι)  αλλά και του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας

Το 1926 ο Ναζίμ Χικμέτ καταφέρνει και δραπετεύει στη Σοβιετική Ένωση. Το 1928 δίνεται γενική αμνηστία στην Τουρκία και ο Χικμέτ επιστρέφει. Ωστόσο, βρισκόταν υπό καθεστώς παρακολούθησης. Είναι επίσης η εποχή όπου δέχεται επιθέσεις από τους αντιπάλους του. Επιθέσεις που οξύνονται από το 1935 και μετά. Όλες οι προσπάθειες έτειναν στο να μειωθεί η προσωπικότητα του Χικμέτ, έτσι ώστε να αδυνατίζει και το μήνυμά του προς το λαό του, να συκοφαντηθεί ο αγώνας του. Γιατί ο Χικμέτ κάθε μέρα αγωνιζόταν μαζί με το λαό του.

Το Γενάρη του 1938 ο Ναζίμ Χικμέτ συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι προέτρεπε τις Τούρκικες Ένοπλες Δυνάμεις σε εξέγερση. Καταδικάστηκε σε 28 χρόνια φυλακή.

Μέσα στη φυλακή ο Ναζίμ Χικμέτ συνεχίζει να γράφει ποιήματα. Το 1949 μια διεθνής επιτροπή με επικεφαλής τους Πάμπλο Πικάσο, Πολ Ρόμπσον και Ζαν Πολ Σαρτρ σχηματίστηκε στο Παρίσι ζητώντας την αποφυλάκισή του.

Το 1950 βραβεύθηκε με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης. Την ίδια χρονιά πραγματοποίησε μια 18ήμερη απεργία πείνας παρότι ήδη είχε υποστεί μια καρδιακή προσβολή.

Το 1951 καλείτε για τη στρατιωτική του θητεία με στόχο να χαθεί κάπου στα βάθη της Ανατολής. Έτσι εγκαταλείπει παράνομα την Τουρκία και φθάνει στη Μόσχα μέσω Ρουμανίας. Το τούρκικο κοινοβούλιο τον αποκαλεί προδότη.

 «Αν η πατρίδα είναι τα τσιφλίκια σας, το χρηματοκιβώτιο σας,

 το βιβλιάριο επιταγών σας αν είναι πατρίδα

πατρίδα αν είναι να ψοφάς στους δρόμους από την πείνα

να πίνουν το κόκκινο αίμα μας στα εργοστάσια αν είναι

πατρίδα

(…) εγώ είμαι προδότης

Γράψτε πάνω σε τρεις στήλες με κατάμαυρους

Κραυγαλέους τίτλους :

O Nαζίμ Χικμέτ συνεχίζει να είναι ακόμα προδότης»

 

Το 1952 ο ραδιοφωνικός σταθμός Βαρσοβίας μεταδίδει γράμμα που απευθύνει ο Χικμέτ στο ελληνικό λαό : «Αδέλφια Έλληνες, υπάρχουν 2 Τουρκίες και 2 Ελλάδες. Η αληθινή και η ψεύτικη. […] Η μια είναι η Ελλάδα του Μπελογιάννη και των χιλιάδων Ελλήνων πατριωτών που υποφέρουν στις φυλακές. Η πατρίδα του ελληνικού λαού. Αυτή είναι η γνήσια Ελλάδα. Είναι η Τουρκία με τους χιλιάδες Τούρκους πατριώτες, που σαπίζουν στα μπουντρούμια. Η Τουρκία του τούρκικου λαού. Αυτή είναι η γνήσια Τουρκία »

Μόλις ανάρρωσε, μέσα στο 1952 ταξίδεψε σε Ανατολική Ευρώπη, Ρώμη, Παρίσι, Αβάνα, Πεκίνο και Ταγκανίκα. Ήθελε να επισκεφθεί και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αλλά δεν του χορηγήθηκε βίζα.

Η καρδιά του βάρδου της ειρήνης και του κομμουνισμού σταμάτησε στη Μόσχα στις 3 Ιουνίου 1963.

Το βασανισμένο σώμα του αναπαύθηκε στο χώμα της πατρίδας του Λένιν, τη Σοβιετική Ένωση.

  

«Την ορμή μας την έχουμε από τους αιώνες…..

Θα βγούμε νικητές κι ας είναι οι θυσίες μας βαριές…»

Όσο και αν είναι βαριές οι θυσίες μας αυτόν τον κόσμο,

«αυτό το πειρατικό θα το βουλιάξουμε,

θα το βουλιάξουμε, που να σκάει ο διάβολος

και θα κτίσουμε ένα κόσμο λέφτερο, ανοιχτό, γεμάτο ελπίδα»

όπως τον ήθελε και ο Χικμέτ