Ο Μάης του ΄36 βρήκε τους καπνεργάτες, μαζί με εργάτες από άλλους κλάδους να απεργούν. Στις 29 Απριλίου  δώδεκα χιλιάδες καπνεργάτες κατεβαίνουν σε απεργία με αίτημα την αύξηση του ημερομισθίου τους από 120 στις 135 δραχμές. Οι απεργοί κατευθύνονται προς τον κινηματογράφο «Πάνθεον. Έξω από τον κινηματογράφο, συναντούν ισχυρές δυνάμεις της αστυνομίας, έτοιμες  ανά πάσα στιγμή να πνίξουν την απεργία. Οι απεργοί αγνοούν την Αστυνομία και εκλέγουν την Κεντρική Επιτροπή Αγώνα η οποία συναντά το γενικό Διοικητή Μακεδονίας υποβάλλοντας του τα αιτήματα των εργατών. Η απεργία επεκτείνεται και στην υπόλοιπη  Ελλάδα. Στις 30 του Απρίλη κατεβαίνουν σε απεργία οι καπνεργάτες της Καβάλας και της Δράμας. Στις 2 του Μάη στην απεργία προστίθενται  οι καπνεργάτες της Ξάνθης, του Λαγκαδά, της Καρδίτσας καθώς και άλλων πόλεων. Στις 5 Μαΐου κατεβαίνουν σε απεργία στη Θεσσαλονίκη και τα συνδικάτα των τσαγκαράδων, των κλωστοϋφαντουργών, των χαρτεργατών και των λαστιχάδων. Στις 8 Μάη, λίγο πριν το μεσημέρι, εφτά χιλιάδες απεργοί της Θεσσαλονίκης κατευθύνθηκαν προς τη γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος, για να απαιτήσουν την άμεση επίλυση των αιτημάτων τους. Δυνάμεις έφιππης και πεζής χωροφυλακής προσπάθησαν να τους σταματήσουν, χωρίς όμως να το πετύχουν. Τότε άρχισαν να πυροβολούν κατά του άοπλου πλήθους. Οι απεργοί όμως δεν λύγισαν αλλά κατάφεραν να σπάσουν τον κλοιό των χωροφυλάκων και να ενωθούν με μια άλλη διαδήλωση που κατευθυνόταν προς το μέρος τους. Το βράδυ εκείνης της μέρας πολλά αλλά σωματεία εργατών Θεσσαλονίκης (αυτοκινητιστές, τροχιοδρομικοί κ.ά.) κηρύσσουν απεργία. Η κυβέρνηση Μεταξά δίνει διαταγή στο Γ΄ σώμα στρατού να λάβει μέτρα για την εξασφάλιση της τάξης. Στις 9 Μαΐου η απεργία παίρνει μεγάλες διαστάσεις, μαζί με τους εργάτες διαδηλώνουν και οι φοιτητές. Γύρω στις 25.000 κόσμου απεργούσαν στη Θεσσαλονίκη. Οι χωροφύλακες από το πρωί άρχισα τις επιθέσεις εναντίων των απεργών. Οι χωροφύλακες χτύπησαν στον ψαχνό και σε λίγο έπεσε ο πρώτος νεκρός, ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Ο θρήνος της μητέρας του για τον άδικο χαμό του γιού της εμπνέει τον Γιάννη Ρίτσο και γράφει τον «Επιτάφιο».