Συμπληρώνονται φέτος 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 που οδήγησε και στην ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η Ελληνική Επανάσταση, αποτελεί στιγμή-ορόσημο στην ιστορία του ελληνικού έθνους, αλλά και γενικότερα στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία. Τα συμπεράσματα και η σημασία της παραμένουν επίκαιρα μέχρι και τις μέρες μας.

Η επάνασταση, προφανώς, δεν εμφανίστηκε ως διάττοντας αστέρας, αλλά επήλθε ως επακόλουθο των όσων διαδραματίζονταν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η ιστορία αρχίζει από τα τέλη του 17ου αιώνα, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να παραπαίει και τα ευρωπαϊκά κεφάλαια να ‘’υφαρπάσσουν’’ τα μέσα παραγωγής, όπου ταυτόχρονα κυριαρχεί μια νέα κοινωνική τάξη, η αστική. Η συσσώρευση κεφαλαίου δημιουργούσε την ανάγκη συγκρότησης έθνους – κράτους, απαλλαγμένου από τις φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής. Εναρκτήρια και επιτυχούσα ήταν η αστική επανάσταση της Αγγλίας του 1688. Ακολούθησαν η Γαλλική Επανάσταση του 18ου αι. και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι, συμβολικοί σταθμοί της ιστορίας που έγιναν δίοδος για μια εκστρατεία αποδέσμευσης της κοινωνίας από την φεουδαρχία και εδραίωσης του καπιταλισμού. Παρενθετικά, μπορούμε να αποτυπώσουμε αυτούσια τα λόγια του Κολοκοτρώνη, ο οποίος μεταξύ άλλων υποστήριξε πως «η Γαλλική Επανάσταση και ο Ναπολέοντας έκαμε, κατά την γνώμη μου, ν’ ανοίξουν τα μάτια του κόσμου». Γεγονός που προϊδέασε για μια επερχόμενη κοινωνική εξέγερση στους κόλπους του Ελληνικού έθνους.

Στην περίοδο που εξετάζουμε, αναπτύσσονται και οι Έλληνες έμποροι, οι οποίοι ξεχωρίζουν κυρίως στον τομέα της ναυτιλίας. Οι Έλληνες πλοιοκτήτες είχαν αποκτήσει το χάρισμα της εμπορικότητας κυρίως από γεωπολιτικούς παράγοντες της εποχής, όπως η συνθήκη του Κουτσιούκ – Καιναρτζή και οι προαναφερόμενοι Ναπολεόντιοι πολέμοι. Οι εν λόγω παράγοντες δημιούργησαν εμπορικά δίκτυα από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν διάφορες βιοτεχνίες, όπως επίσης και συνεταιρισμοί.

Το ρεύμα του Διαφωτισμού που εξαπλωνόταν με γοργούς ρυθμούς αλλά και οι υλικοί όροι δημιουργίας και συγκρότησης της ελληνικής αστικής τάξης, την έθεταν μπροστά στο καθήκον δημιουργίας εθνικού ελληνικού κράτους, ολοένα και πιο επιτακτικά στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Εδώ είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι οι Έλληνες, όπως και οι υπόλοιποι λαοί-εθνότητες διέθεταν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αυτονομία στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν ισχύει ότι όλοι οι Έλληνες υπέφεραν, ούτε ότι όλοι οι Έλληνες ήταν καταπιεσμένοι και επιθυμούσαν την απαλλαγή από τον οθωμανικό ζυγό. Ακόμη και στα διάφορα κοινωνικά στρώματα υπήρχαν εσωτερικές αντιθέσεις ως προς τις δυνατότητες μιας επανάστασης. Για παράδειγμα, ο Κλήρος (το Πατριαρχείο), οι Φαναριώτες (ζούσαν πέριξ του Πατριαρχείου) και οι Κοτσαμπάσηδες (φοροεισπράκτορες) απολάμβαναν κεκτημένα από την Υψηλή Πύλη και διέθεταν εξουσία και διοικητικές θέσεις. Πολλοί ήταν αυτοί που αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στις επιδιώξεις της Φιλικής Εταιρείας και των συμφερόντων του καθεστώτος. Η προετοιμασία και το ξέσπασμα της Επανάστασης, ήταν προϊόν τόσο των εθνικών πόθων και της καταπίεσης αλλά και των υλικών συμφερόντων. Το ζητούμενο ήταν να συμβαδίσουν τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις εκείνων των τμημάτων της αστικής τάξης που επεδίωκαν την απελευθέρωση μαζί με τους πόθους και την υλική δύναμη των Ελλήνων καταπιεσμένων.

Προς αυτή την κατεύθυνση, αυξήθηκαν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπου ομογενοποιήθηκε η σύσταση μιας ενιαίας γλώσσας. Εργαλείο για την απόκτηση γνώσης και εφόδιο για να μπουν αρκετοί νέοι σε πανεπιστήμια της Ευρώπης. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Ρήγας Φεραίος, οποίος εισήγαγε τις φιλελεύθερες ριζοσπαστικές ιδέες του Διαφωτισμού και μέσα από το έργο του, το «Θούριο», εξυμνούσε την ατομική Ελευθερία και την νομική ισότητα.

Μάλιστα, ο Φεραίος ήταν ο πρώτος που επιχρείρησε να αναλάβει την οργάνωση της επανάστασης, ιδρύοντας μυστική εταιρία με μεγάλη επιρροή στα εμποριοβιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων στα Βαλκάνια. Ωστόσο, συνελήφθηκε από την αυστριακή αστυνομία και εκτελέστηκε από τις οθωμανικές αρχές. Πιο αποτελεσματική οργάνωση πέτυχε η Φιλική εταιρία στην Οδησσό το 1814. Αφού πέρασε από διάφορες φάσεις ως προς την στρατολογία, τον μυστικισμό και την εξάπλωσή της, κατάφερε στα τέλη του 1820-αρχές του 1821 να αναθέσει την αρχηγία στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, πρίγκιπα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Με αυτό τον τρόπο θεωρήθηκε ότι αποκτά κύρος το όλο εγχείρημα, αλλά και μεγαλύτερες πιθανότητες υποστήριξης και εμπλοκής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Έτσι, στις 22 Φεβρουαρίου του 1821, έχοντας στο πλευρό του ένα στράτευμα κυρίως μισθοφόρων αλλά και ομάδων υπό οπλαρχηγούς και ένα εθελοντικό σώμα Ελλήνων νέων (Ιερός Λόχος), κήρυξε τον πόλεμο στη Μολδοβλαχία, ως την πιο ασφαλή –γεωγραφικά- περιοχή, αφού ήταν πλησίον της ρωσικής αυτοκρατορίας (ύπαρξη κοινού δόγματος ορθοδόξων).

Ακολούθησε μια μεγάλη αλληλουχία γεγονότων, γνωστών ως επί τω πλείστω και από την ύλη της σχολικής Ιστορίας. Καθώς, η επανάσταση είχε ξεσπάσει και ήδη ένα σημαντικό κομμάτι του Ελλαδικού χώρου είχε απελευθερωθεί, δόθηκε η δυνατότητα εγκαθίδρυσης του νέου αστικού κράτους. Όταν οι φιλελεύθερες δυνάμεις άρχισαν να συγκροτούν τις αρχικές δομές, οι συντηρητικές δυνάμεις –εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Υψηλάντη- έτρεξαν άρον άρον να εξασφαλίσουν την ισχύ τους. Δηλαδή, στον ίδιο χρόνο έφτιαξαν τοπικές αρχές και προχώρησαν στη σύσταση της Γερουσίας των Καλτέζων. Αυτό επέφερε την αντίδραση των φιλικών που μάχονταν υπέρ του φιλελεύθερου πολιτεύματος και με την άφιξη του Υψηλάντη η Γερουσία αντικαταστάθηκε από τη Βουλή. Ακολούθησαν εμφύλιες διαμάχες που ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 1821, κατόπιν της Α’ Εθνοσυνέλευσης  επικράτησε το φιλελεύθερο πολίτευμα. Το νέο σύνταγμα συμπεριελάμβανε διάκριση εξουσιών, ανεξιθρησκεία, ισονομία, κατοχύρωση δικαιωμάτων και την κατάργηση των ταξικών προνομίων.

Η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε πεδίο μεγάλων μαχών και σπουδαίων ηρωισμών. Όπως και όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα δεν ακολούθησε μια ευθεία γραμμή. Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο σύνθετα στη μετέπειτα πορεία σύνθεσης του Ελληνικού αστικού κράτους. Τα επόμενα χρόνια χαρακτηρίστηκαν από παράλληλες έντονες ενδοαστικές και εμφύλιες συγκρούσεις. φτάνοντας στο 1833, όπου μέσα από τις στάχτες της Δημοκρατίας, ο νεο-αφιχθέντας στην Ελλάδα, Όθωνας, αναλαμβάνει τα ηνία, επιβάλλοντας καθεστώς απόλυτης μοναρχίας, ώστε να καταπολεμήσει την «αναρχία» του παρελθόντος.

Σαφώς και στο παρόν άρθρο δεν επιδιώκουμε να κάνουμε μια ολοκληρωμένη ιστορική αναφορά ούτε στην Ελληνική Επανάσταση ούτε γενικότερα στην Ελληνική Ιστορία. Αναμφίβολα, η Επανάσταση του 1821 και τα αποτελέσματά της αποτελούν δικαίως, μια σπουδαία αναφορά για τους Έλληνες. Παράλληλα, τα διδάγματά της παραμένουν επίκαιρα για όλους τους λαούς. Η Ιστορία διδάσκει. Πρώτα και κύρια αποτελεί την απόδειξη ότι οι λαοί δεν μπορούν να αποδέχονται την κοινωνική στασιμότητα. Ο αγώνας για την κοινωνική απελευθέρωση συνεχίζει να εμπνέεται από τη Γαλλική στην Ελληνική επανάσταση κι από εκεί στην παρισινή Κομμούνα και μερικά χρόνια αργότερα στα μέσα Οκτωβρίου στην παγωμένη Μόσχα. Κάθε μέρος απ’ αυτά, μεταξύ τους και η Ελλάδα, κάθε χρόνος απ’ αυτούς, μεταξύ τους και τα 200 χρόνια από το 1821, κάθε γεγονός απ’ αυτά, μεταξύ τους και η Ελληνική Επανάσταση, η απελευθέρωση του ανθρώπου σε μια ανώτερη κοινωνική βαθμίδα ήταν πρόσταγμα και δικαίωση της κοινωνικής εξέλιξης. Ο μαζικός αγώνας του λαού ήταν πάντα το κλειδί για ένα κόσμο νεό και συνάμα προοδευτικό. Συνεπώς, τα όσα θα βγουν να υμνήσουν στο επόμενο χρονικό διάστημα οι εθνικιστικές φωνές, επικαλούμενοι θελήματα θεών και μύθων, με αναφορές  σε προαιώνιους εχθρούς και μίση, θα είναι μια ψευδαίσθηση της ουσίας των 200 χρόνων της επανάστασης.

* Άρθρο που δημοσιεύτηκε στη Νεολαία, Μάρτιος 2021
https://bit.ly/39h5KQi